Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

ΜΕΓΑΛΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ : Roy DeCarava

 Δεν ξέρω να φωτογραφίζω. Ξέρω μόνο ότι η εικόνα έχει μία διττή υπόσταση : 
Την πραγματικότητα και την αντίδρασή της. 
(Roy de Carava)

 Παιδί τού Χάρλεμ, ο Roy de Carava (γεν.1919) εκδήλωσε από μικρός το ενδιαφέρον του για την τέχνη. Σπούδασε ζωγραφική και print-making στο Cooper Union και στο Harlem Art Center. Από το 1946 σαν «κατά παραγγελίαν ζωγράφος» άρχισε να χρησιμοποιεί τη φωτογραφική μηχανή για να «αιχμαλωτίζει» τα θέματά του. Γρήγορα όμως, ανακαλύπτοντας τις δυνατότητες τής φωτογραφίας, εγκαταλείπει τη ζωγραφική και αφιερώνεται με πάθος στη φωτογράφιση. Το 1952, ο Roy de Carava είναι ο πρώτος μαύρος καλλιτέχνης που δέχεται την υποτροφία Guggenheim. Τρία χρόνια αργότερα εκδίδει το πρώτο του λεύκωμα: «Η γλυκιά μυγολαμπίδα τής ζωής» (“The sweet flypaper of life”) με ένα συνοδευτικό κείμενο τού ποιητή και συγγραφέα Langston Hughes. Ακολουθούν ένα πλήθος ομαδικές και ατομικές εκθέσεις, ανάμεσά τους η γνωστή «Οικογένεια τού ανθρώπου» (ΜΟΜΑ 1955). Πολλά μουσεία και γκαλερί πλουτίζουν τις συλλογές τους με τα έργα του, ενώ δύο ακόμη βιβλία (The Sound I saw και Roy de Carava) διαδίδουν στο ευρύ κοινό τις φωτογραφίες του. Ο ίδιος, παράλληλα με τη φωτογραφική του δραστηριότητα, διδάσκει στο Hunter College τής Νέας Υόρκης. Στην σύντομη ιστορία της, η φωτογραφία, δέθηκε σχεδόν υποχρεωτικά με τα θέματα που την συντήρησαν και την διέδωσαν. Το πορτραίτο, η αναμνηστική φωτογραφία, το ρεπορτάζ, η ταξιδιωτική τοπιογραφία, με δύο λόγια η εφαρμοσμένη της πλευρά, όχι μόνο παραμένει δημοφιλής αλλά «δηλητηριάζει» συχνά φωτογράφους με καλλιτεχνικές προθέσεις. Το θέμα και ο «εξωτισμός» του αποτελούν συχνά το αιτούμενο. Αντίδοτο σ’ αυτήν την ευκολία συνιστούν τα λευκώματα τού αμερικανού φωτογράφου Roy de Carava. Τόσο το πρώτο του βιβλίο “The sweet flypaper of life” όσο και η μονογραφία που φέρει τ’ όνομά του, μάς διδάσκουν με τον πιο πειστικό τρόπο ότι τα φωτογραφικά θέματα αρχίζουν από την πόρτα τού σπιτιού μας, αν όχι και μέσα από το σπίτι μας. Μ’ αυτό κατά νου ο Roy de Carava δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το Harlem, την γειτονιά του, για να συγκροτήσει το τόσο σημαντικό του έργο. Οι άνθρωποι τού περίγυρού του, το τοπίο μιας περιοχής που γεννήθηκε και ζει – και που συχνά «εξαφανίζεται» από την επανάληψη τής κάθε μέρας – στάθηκαν ικανά από μόνα τους για να γίνουν τα στοιχεία τής τέχνης του. Φορτισμένο συναισθηματικά με την τραγική ιστορία μιας μειονότητας, το Harlem θα μπορούσε να δώσει εξίσου φορτισμένες φωτογραφίες. Το μάτι τού Roy de Carava δεν το καταδέχεται. Αποφεύγοντας αυτή την ευκολία – πειρασμό για πολλούς – ψάχνει την μαγεία τής τέχνης του, την μεταμορφώνει, στους καθημερινούς ανθρώπους τού δρόμου, στους γείτονές του, στους περαστικούς, στα παιδιά που παίζουν αδιάφορα. Και αυτή ακριβώς η πενιχρότητα τού θέματος είναι που αφήνει άπλετο χώρο στα στοιχεία που συνιστούν την τέχνη τής φωτογραφίας. Η ισορροπία των μερών, η αυστηρή σύνθεση, η αρμονία και η φόρμα, αποκαλύπτονται σχεδόν «εκκωφαντικά» στον θεατή μέσα από «ήσυχες» φωτογραφίες όσο ήσυχα είναι τα απογεύματα στις συνοικίες όλου τού κόσμου. Εδώ όμως, σ’ αυτή τη σιωπή των πραγμάτων, κρύβεται και η μεγαλύτερη ένταση. Ένα δίδαγμα, που για τους περισσότερους «φωτογράφους» φαίνεται ακατανόητο. Ζωγράφος κατ’ αρχήν, που χρησιμοποιεί την φωτογραφική μηχανή για να «ξεσηκώνει» τα θέματά του, ανακαλύπτει τη δύναμη τής φωτογραφίας συμπτωματικά, αφιερώνεται όμως παθιασμένα σε αυτήν. Αδιαφορώντας για οικονομικά οφέλη, για την πρακτική πλευρά τής ζωής του, ο Roy de Carava μένει πιστός στην δημιουργία, την αντιμετωπίζει σαν οφειλή απέναντι στον εαυτό του. Φωτογραφίζοντας καθημερινούς ανθρώπους, την ίδια τη ζωή στην πιο πληκτική της εκδοχή – αλλά με τι τρόπο! – δεν επιζητεί να στρέψει τα βλέμματα τού κοινού πάνω του, να εντυπωσιάσει, να διδάξει, να μαρτυρήσει. Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες του φωτογραφίες, αυτές που συγκροτούν και πρώτο του λεύκωμα, το “The sweet flypaper of life” – και ο τίτλος είναι χαρακτηριστικός – ωθεί τον ποιητή και συγγραφέα Langston Hughes, να τις περιγράψει σαν την ζωή που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μιας γιαγιάς καθισμένης στο παράθυρο τού σπιτιού της. Πράγματι, στο συνοδευτικό των φωτογραφιών κείμενο, μια γιαγιά σχολιάζει τα δρώμενα και τα πρόσωπα των φωτογραφιών. Μιλά για τη ζωή, έτσι όπως θα μιλούσε και η ίδια η ζωή, αν μπορούσε να μιλήσει. Αυτή ακριβώς η απλότητα των θεμάτων που ενέπνευσε τον ποιητή να γράψει, συνιστά και την ένταση των φωτογραφιών, καθώς δεν στέκονται απέναντί μας σαν αντίπαλη θέα αξιοπερίεργων ανθρώπων ή καταστάσεων, αλλά μάς αφορούν με την καθολικότητά τους. Στην μονογραφία του – μια δύσκολη επιλογή για τον φωτογράφο να διαλέξει μόνο 82 από τα χιλιάδες αρνητικά του – η γυναίκα του, ιστορικός τής τέχνης, στέκεται με το εισαγωγικό της κείμενο σε κάθε μια ψάχνοντας τον κρυφό τους συμβολισμό. Σαν επιστήμων νοιώθει την ανάγκη να εξηγήσει, να αναλύσει. Ο Roy de Carava δηλώνει την «άγνοιά» του: «Δεν ξέρω να φωτογραφίζω. Ξέρω μόνο ότι η εικόνα έχει μια διττή υπόσταση. Η μία είναι η πραγματικότητα, η άλλη η αντίδρασή της». Αυτή η αντίδρασή της πραγματικότητας που εμφανίζεται στη φωτογραφία, έχει την δική της στιγμή. Ο Roy de Carava ψάχνει και αυτός την στιγμή του. «Οι φωτογραφίες μου είναι μια στιγμή της πραγματικότητας και παράλληλα η διαιώνισή της. Παρουσιάζουν την στιγμή με τόση καθαρότητα που την καθιστούν αιώνια. Είναι σαν τους νόμους τής φυσικής, περιέχουν τη διαδρομή τής δημιουργίας. Υπάρχει μια αρχή, κατόπιν έρχεται η κορύφωση, και ακολουθεί το τέλος. Είναι σαν το άλμα επί κοντώ, ο αθλητής σηκώνεται, φτάνει στο πιο ψηλό του σημείο και μετά πέφτει. Στην κορυφή τής διαδρομής του, όταν για ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου μένει σχεδόν ακίνητος – ούτε σηκώνεται άλλο αλλά ούτε και πέφτει – τότε, δεν υπάρχει κίνηση. Αυτή ακριβώς την στιγμή αναζητώ, όταν έρχεται μια ισορροπία στις αντίπαλες δυνάμεις τής φύσης. Την βαρύτητα, την ώθηση, την κίνηση». Το ίδιο, υποστηρίζει, συμβαίνει και στη ζωή τού καλλιτέχνη. Και εδώ υπάρχει μια στιγμή που όλες οι αντίρροπες δυνάμεις έχουν αφομοιωθεί μεταξύ τους και δημιουργούν την στιγμιαία ακινησία. Αυτήν πρέπει να εντοπίσει και να χρησιμοποιήσει όποιος θέλει να δημιουργήσει. Μια έκφραση, μια εκδήλωση τής ζωής, εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο. Έχει, κι αυτή, την αρχή, την κορύφωση και το τέλος της. Αν την συλλάβεις (φωτογραφικά) στην κορύφωσή της, θα εμπεριέχει όλα της τα στοιχεία. Την κατάστασή της εκείνη τη μοναδική στιγμή, την αρχή που την δημιούργησε και το τέλος της που θα έρθει. Αυτό θα κάνει την φωτογραφία καθολικού ενδιαφέροντος. Αν την συλλάβεις (φωτογραφικά) , πριν ή μετά την κορύφωση, θα είναι μια αδιάφορη «μεταφορά» στοιχείων, ένα πληκτικό επιμέρους. «Ο μόνος τρόπος να το κατορθώσεις αυτό», αποφαίνεται ο De Carava, «είναι να είσαι συντονισμένος με ό,τι φωτογραφίζεις, να έχεις την ίδια αίσθηση τού τόνου. Αυτό σημαίνει να δίνεται στο αντικείμενο, σαν να δέχεσαι τους κραδασμούς του». Στην περίπτωση τού Roy de Carava σημαίνει «ν’ αγαπάς τους ανθρώπους». Αυτό είναι εμφανές στις φωτογραφίες του. Πόσο διακριτικά χρησιμοποιεί την μηχανή του, αποφεύγοντας το δράμα τής ζωής. Ακόμα και στα τυπώματά του, αποφεύγει με εμμονή το μαύρο. «Το κύριο μέλημά μου είναι πάντα πώς να χρησιμοποιώ το φως, πώς να τυπώνω τα σημεία που με ενδιαφέρουν, αυξομειώνοντας τους τόνους τού γκρι. Η έμφασή δεν είναι ποτέ στους μαύρους τόνους. Σε πολλές από τις φωτογραφίες μου που φαίνονται μαύρες «περιοχές» δεν είναι παρά ένα βαθύ γκρι. Χρησιμοποιώ το μαύρο μόνο όταν, σαν χρώμα, ανήκει σε κάποιο αντικείμενο. Αλλά ο χώρος δεν είναι ποτέ μαύρος, εκτός κι αν είναι σκοτάδι. Όμως, και εκεί υπάρχει μια νύξη φωτός, οπότε το σκοτάδι αποβαίνει πάντα βαθύ γκρι». Με τις φωτογραφίες του ο Roy de Carava ανέτρεψε την στερεότυπη εικόνα τού μαύρου τής Αμερικής. Από τη μίζερη και δύστυχη όψη που εξασφάλιζε μια «καλή» φωτογραφία, πρότεινε μια πιο πραγματική, πιο αληθινή εικόνα. Τη ζωή σαν εμπειρία τής ύπαρξης, αυτό που συμβαίνει, και που είναι η εμπειρία τής στιγμής. Παράλληλα με το φωτογραφικό του έργο, πρόβαλε και τη ζωή χωρίς φυλετικούς ορισμούς, χωρίς διακρίσεις, τη ζωή όπως είναι. Αυτό τον καθιέρωσε σαν ένα μεγάλο καλλιτέχνη, έναν μεγάλο φωτογράφο, που δεν επιχείρησε να πει παρά την αλήθεια του με τον πιο απλό, τον πιο ελάχιστο τρόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: